Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pickguard
01
προστατευτική πλάκα, pickguard
a protective plate attached to a stringed instrument to prevent scratches or damage from picking or strumming
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pickguards
Λεξικό Δέντρο
pickguard
pick
guard



























