Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Driverless car
01
αυτοκίνητο χωρίς οδηγό, αυτόνομο όχημα
a vehicle that can operate without a human driver
Παραδείγματα
I ca n't wait until driverless cars are available for everyone to use.
Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι τα αυτοκινούμενα αυτοκίνητα να είναι διαθέσιμα για όλους.



























