Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flowy
01
ρευστός, κυματιστός
(particularly of clothing or hair) hanging loosely or flowing freely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
flowiest
συγκριτικός βαθμός
flowier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, hair, movement
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flowy
flow



























