Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rat on
[phrase form: rat]
01
καταδίδω, μουντζώνω
to inform an authority about the wrong or illegal actions of others
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rat
ενεστώτας
rat on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rats on
ενεστώτα μετοχή
ratting on
απλός αόριστος
ratted on
παθητική μετοχή
ratted on
Παραδείγματα
The student was afraid to rat on the bullies, fearing retaliation.
Ο μαθητής φοβόταν να καταδώσει τους νταήδες, φοβούμενος αντίποινα.
02
αθετώ, προδίδω
to not fulfill a promise or agreement
Dialect
British
Παραδείγματα
We ca n't tolerate someone who consistently rats on their responsibilities.
Δεν μπορούμε να ανεχτούμε κάποιον που αποτυγχάνει συστηματικά στις υποχρεώσεις του.



























