Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rat on
01
καταδίδω, μουντζώνω
to inform an authority about the wrong or illegal actions of others
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rat
ενεστώτας
rat on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rats on
ενεστώτα μετοχή
ratting on
απλός αόριστος
ratted on
παθητική μετοχή
ratted on
Παραδείγματα
I can't believe you ratted on me like that to mom and dad—I'm never telling you anything ever again!
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι με κατάδωσες έτσι στη μαμά και τον μπαμπά—δεν θα σου πω ποτέ ξανά τίποτα!
02
αθετώ, προδίδω
to not fulfill a promise or agreement
Dialect
British
Παραδείγματα
I can't back someone who rats on his promises.
Δεν μπορώ να υποστηρίξω κάποιον που αθετεί τις υποσχέσεις του.



























