to rat out
Pronunciation
/ɹˈæt ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "rat out"στα αγγλικά

to rat out
[phrase form: rat]
01

καταδίδω, μουντζώνω

to inform an authority about the wrongdoings or crimes of others
Dialectamerican flagAmerican
rat onbritish flagBritish
to rat out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rat
ενεστώτας
rat out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rats out
ενεστώτα μετοχή
ratting out
απλός αόριστος
ratted out
παθητική μετοχή
ratted out
Παραδείγματα
He decided to rat out his colleagues involved in the illegal activities.
Αποφάσισε να καταδώσει τους συναδέλφους του που εμπλέκονταν σε παράνομες δραστηριότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store