to rat out
rat
ræt
rāt
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "rat out"στα αγγλικά

to rat out
01

καταδίδω, μουντζώνω

to inform an authority about the wrongdoings or crimes of others 
Dialectamerican flagAmerican
rat onbritish flagBritish
to rat out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rat
ενεστώτας
rat out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rats out
ενεστώτα μετοχή
ratting out
απλός αόριστος
ratted out
παθητική μετοχή
ratted out
Παραδείγματα
He ratted out a pair of colleagues so he could stay out of jail. 

Κατάδωσε ένα ζευγάρι συναδέλφους για να μην μπει στη φυλακή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store