Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electronic drum
01
ηλεκτρονικό τύμπανο, ηλεκτρονική κρουστική πηγή
a percussion instrument that generates sound electronically using sensors and triggers, typically played with drumsticks or fingers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
electronic drums
LanGeek



























