spiralizer
spi
ˈspaɪ
σπαι
ra
rə
ρα
li
laɪ
λαι
zer
zə
ζα

Ορισμός και σημασία του "spiralizer"στα αγγλικά

01

σπιραλιζέρ, κουζινικό εργαλείο για μετατροπή λαχανικών ή φρούτων σε σπειροειδή σχήματα

a kitchen gadget used to turn vegetables or fruits into spiral shapes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spiralizers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store