Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steelpan
01
steelpan, ατσάλινο τύμπανο
a melodic and percussive instrument invented in Trinidad and Tobago, made from oil barrels and commonly used in Caribbean and calypso music
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steelpans
Λεξικό Δέντρο
steelpan
steel
pan



























