to reattach
Pronunciation
/ˈɹiəˈtætʃ/

Ορισμός και σημασία του "reattach"στα αγγλικά

to reattach
01

επανεπιδέω, επανσυνδέω

to rejoin or fix something back in its original position or location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reattach
γ΄ ενικό πρόσωπο
reattaches
ενεστώτα μετοχή
reattaching
απλός αόριστος
reattached
παθητική μετοχή
reattached
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store