Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
without a hitch
01
χωρίς κανένα πρόβλημα, ομαλά
(of a process or event) without encountering any problems, difficulties, or obstacles
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The event went off without a hitch.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε χωρίς κανένα πρόβλημα.



























