Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
old enough to be one's mother
01
αρκετά μεγάλος για γονιός, ηλικιακή διαφορά γονέα
used to refer to a significant age difference between two people, especially those who are romantically involved with one another
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He's dating someone old enough to be his mother.
Βγαίνει με κάποια αρκετά μεγάλη για να είναι μητέρα του.



























