group work
group
gru:p
groop
work
wɜ:k
vēk
groundwork

Ορισμός και σημασία του "group work"στα αγγλικά

01

ομαδική εργασία, συνεργασία ομάδας

collaborative effort by a team of individuals to achieve a shared objective 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
group works
Παραδείγματα
The team’s group work on the marketing campaign led to a successful product launch. 

Η ομαδική εργασία της ομάδας στην καμπάνια μάρκετινγκ οδήγησε σε μια επιτυχημένη εκκίνηση προϊόντος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store