Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Group work
01
ομαδική εργασία, συνεργασία ομάδας
collaborative effort by a team of individuals to achieve a shared objective
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Group work in the workshop helped participants develop new strategies for improving productivity.
Η ομαδική εργασία στο εργαστήριο βοήθησε τους συμμετέχοντες να αναπτύξουν νέες στρατηγικές για τη βελτίωση της παραγωγικότητας.



























