Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to play the market
01
παίζω στο χρηματιστήριο, κερδοσκοπώ με μετοχές
to participate in buying and selling stocks and other financial instruments in the hopes of making a profit
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
He started playing the market after reading a few investment blogs.
Άρχισε να παίζει στο χρηματιστήριο αφού διάβασε μερικά επενδυτικά blogs.



























