half-assed
half
hɑ:fɑ:st
haafaast
assed
half-arsed

Ορισμός και σημασία του "half-assed"στα αγγλικά

half-assed
01

μισοτελειωμένος, αποτυχημένος

done with little effort, care, or commitment, often resulting in poor quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most half-assed
συγκριτικός βαθμός
more half-assed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effort, quality, performance
Παραδείγματα
His half-assed attempt at fixing the car didn't work. 

Η μισοτελειωμένη προσπάθειά του να φτιάξει το αυτοκίνητο δεν πέτυχε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store