cough syrup
cough
ˈkɒf
κοφ
sy
σι
rup
rəp
ραπ

Ορισμός και σημασία του "cough syrup"στα αγγλικά

01

σιρόπι για το βήχα, φάρμακο για το βήχα

a liquid medicine that helps one to stop coughing 
cough syrup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cough syrups
Παραδείγματα
She took a spoonful of cough syrup before going to bed. 

Πήρε μια κουταλιά σιρόπι για το βήχα πριν πάει για ύπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store