Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go (the) whole hog
01
το κάνω ολοκληρωμένα, το πάω μέχρι τέλους
to do a task in the most complete way
Παραδείγματα
They went whole hog on the festival and booked three stages instead of one.
Για το φεστιβάλ το πήγαν μέχρι τέλους και έκλεισαν τρεις σκηνές αντί για μία.



























