Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
PTEN gene
01
γονίδιο PTEN, γονίδιο καταστολής όγκου PTEN
a tumor suppressor gene associated with increased cancer risk due to mutations, important in cancer genetics and testing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
PTEN genes



























