Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Targeted therapy
01
στοχευμένη θεραπεία, στοχευμένη αγωγή
a type of medical treatment specifically targets and inhibits disease-causing cells while sparing healthy cells
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
targeted therapies
LanGeek



























