Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gluteoplasty
/ɡlˈuːɾɪˌɑːplɐsti/
buttock lift
gluteal augmentation
Gluteoplasty
01
γλουτοπλαστική, χειρουργική των γλουτών
a surgical procedure to enhance or reshape the buttocks for aesthetic or reconstructive purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gluteoplasties



























