vaginoplasty
Pronunciation
/vˈædʒɪnˌɑːplɐsti/

Ορισμός και σημασία του "vaginoplasty"στα αγγλικά

01

κολποπλαστική, χειρουργική αναδόμηση του κόλπου

a surgical procedure to reconstruct or create a vagina, commonly used for gender affirmation or medical purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vaginoplasties
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store