Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get a free pass
01
παίρνω ασυλία, τη γλιτώνω χωρίς συνέπειες
to receive special treatment or permission to avoid obligations, restrictions, or consequences
idiom
informal
Παραδείγματα
Despite the evidence against him, he somehow got a free pass in the trial.
Αν του δώσουμε τώρα ειδική μεταχείριση, θα το περιμένουν και όλοι οι άλλοι.



























