Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
side-view mirror
/saɪdvjuː mɪɹɚ/
side view mirror
Side-view mirror
01
πλάγιος καθρέφτης, καθρέφτης πλάγιας όψης
an exterior mirror mounted on the side of a vehicle, typically near the driver and passenger doors, providing visibility to the sides and rear of the vehicle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
side-view mirrors
Παραδείγματα
She glanced at the side-view mirror to check for approaching traffic before changing lanes.
Κοίταξε στον πλάγιο καθρέπτη για να ελέγξει την επερχόμενη κυκλοφορία πριν αλλάξει λωρίδα.



























