charbroil
char
ʧɑr
τσαρ
broil
brɔɪl
μπροϊλ
/tʃɑːbɹɔɪl/

Ορισμός και σημασία του "charbroil"στα αγγλικά

to charbroil
01

ψήνω σε κάρβουνο, ψήνω σε ανοιχτή φωτιά

to grill food on a hot grill or open flame to achieve a charred or smoky flavor and a distinctive grilled texture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
charbroil
γ΄ ενικό πρόσωπο
charbroils
ενεστώτα μετοχή
charbroiling
απλός αόριστος
charbroiled
παθητική μετοχή
charbroiled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store