pay rise
Pronunciation
/pˈeɪ ɹˈaɪz/

Ορισμός και σημασία του "pay rise"στα αγγλικά

01

αύξηση μισθού, αύξηση αποδοχών

an increase in salary or wages that an employee receives from their employer
pay rise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pay rises
Παραδείγματα
She felt her hard work deserved a pay rise after completing the challenging project.
Ένιωσε ότι η σκληρή της δουλειά άξιζε μια αύξηση μισθού μετά την ολοκλήρωση της προκλητικής εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store