rock face
rock
rɒk
rok
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "rock face"στα αγγλικά

01

βραχοπρόσωπο, πέτρινος τοίχος

the vertical surface of a rock or cliff that is exposed and visible, often used in climbing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rock faces
Παραδείγματα
The rock face was steep, making it difficult for the climbers to ascend. 

Η βραχώδης πλαγιά ήταν απότομη, κάνοντας δύσκολη την ανάβαση για τους αναρριχητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store