Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oral surgeon
01
στοματικός χειρουργός, γναθοπροσωπικός χειρουργός
a dental specialist who performs surgical procedures in the mouth, jaw, face, and neck, such as extractions, implants, and jaw surgeries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oral surgeons
LanGeek



























