Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Physiatrist
01
φυσίατρος, ιατρός ειδικευμένος στη φυσική ιατρική και αποκατάσταση
a doctor who specializes in helping patients with physical and functional impairments related to muscles, nerves, and other conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
physiatrists
LanGeek



























