Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dental anesthesiology
/dˈɛntəl ˌænɪsθˌiːzɪˈɑːlədʒi/
Dental anesthesiology
01
οδοντιατρική αναισθησιολογία
a dental specialty that involves administering anesthesia during dental procedures to ensure patient comfort and pain control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dental anesthesiologies



























