Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double double
01
διπλό διπλό, καφές διπλό διπλό
a term often used in Canada to refer to a coffee order with two creams and two sugars added to it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double doubles



























