Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rasstegai
01
ραστεγκάι, ένα ρωσικό πιάτο φτιαγμένο με σφολιάτα γεμιστή με διάφορα είδη κρέατος
a Russian dish made with puff pastry filled with various types of meat, fish, or vegetable fillings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rasstegais
LanGeek



























