mititei
mi
ˈmɪ
mi
ti
ti
tei
teɪ
tei
mici

Ορισμός και σημασία του "mititei"στα αγγλικά

01

μιτιτέι, ρουμανικά λουκάνικα

Romanian sausages made from minced meat mixed with spices and grilled to perfection 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mititei
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store