Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Borek
01
μπορέκι, αλμυρό γλυκό
a savory pastry made with thin layers of phyllo dough, typically filled with cheese, meat, or vegetables, and often eaten as a snack or appetizer in various Middle Eastern and Balkan cuisines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boreks



























