Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Street singer
01
τραγουδιστής του δρόμου, μουσικός του δρόμου
a musician or performer who sings or plays music in public places, such as streets, parks, and squares, often to earn money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
street singers
Παραδείγματα
The sound of a street singer’s guitar echoed through the busy downtown street.
Ο ήχος της κιθάρας ενός τραγουδιστή του δρόμου αντηχούσε στον πολυσύχναστο δρόμο του κέντρου.



























