Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telling-off
01
επίπληξη, μαλώματα
a form of scolding or criticism intended to discourage bad behavior or actions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tellings-off
Παραδείγματα
The teacher gave him a telling-off for being late to class again.
Ο δάσκαλος του έδωσε μια κατσάδα γιατί άργησε ξανά στην τάξη.



























