telling-off
Pronunciation
/tˈɛlɪŋˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "telling-off"στα αγγλικά

01

επίπληξη, μαλώματα

a form of scolding or criticism intended to discourage bad behavior or actions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tellings-off
Παραδείγματα
My mom gave me a telling-off for not cleaning my room.
Η μητέρα μου μου έκανε μαλώματα επειδή δεν καθάρισα το δωμάτιό μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store