Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slopper
01
ένα slopper, ένα ανοιχτό hamburger σερβιρισμένο σε ψωμί και καλυμμένο με τσίλι
a regional American dish consisting of a hamburger or cheeseburger served open-faced on a bun and covered with chili, cheese, and onions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sloppers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
slopper
slop



























