Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Summer salad
01
καλοκαιρινή σαλάτα, δροσιστική καλοκαιρινή σαλάτα
a refreshing and light salad that incorporates seasonal fruits and vegetables, perfect for warm weather enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
summer salads
LanGeek



























