Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kachumbari
01
κατσουμπάρι, σαλάτα της Ανατολικής Αφρικής
a type of East African salad made with chopped tomatoes, onions, cilantro, and other fresh vegetables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kachumbaris
LanGeek



























