cheese slaw
cheese
ʧi:z
chiz
slaw
slɔ:
slaw

Ορισμός και σημασία του "cheese slaw"στα αγγλικά

01

σαλάτα με τριμμένο τυρί, σλαβ τυριού

a type of salad made with shredded or thinly sliced cheese, often combined with cabbage, carrots, and other vegetables 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cheese slaws

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store