Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spring soup
01
ανοιξιάτικη σούπα, σούπα της άνοιξης
a type of soup that features fresh ingredients typically associated with the spring season
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spring soups
LanGeek



























