Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kissel
01
kissel, πυκνή κομπόστα
a dessert or drink of Slavic origin made from fruit juice or puree, usually thickened with starch or arrowroot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kissels



























