Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bougatsa
01
μπουγάτσα, ένα παραδοσιακό ελληνικό γλυκό φτιαγμένο με στρώσεις λεπτού φύλλο γεμισμένο με γλυκό κρέμα
a traditional Greek pastry made with layers of thin phyllo dough filled with sweet custard, semolina cream, or cheese
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bougatsas
LanGeek



























