dutchie
dut
ˈdʌ
da
chie
ʧi
chi
dachaduchy

Ορισμός και σημασία του "Dutchie"στα αγγλικά

01

ένα είδος ντόνατ που περιέχει σταφίδες και είναι καλυμμένο με ζαχαρωτή γλάσο, μια ποικιλία ντόνατ με σταφίδες και ζαχαρένια επικάλυψη

a type of donut containing raisins that is coated with a sugary glaze 
Dutchie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Dutchies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store