Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bootleg
01
παραχαράσσω, πουλώ παράνομα
to sell or distribute illicit products, such as drugs, alcohol, or counterfeit goods
Παραδείγματα
He was arrested for bootlegging illegal substances.
Συνελήφθη για λαθρεμπόριο παράνομων ουσιών.
02
παράνομα παράγω, παραποιώ
to produce goods, especially alcohol or other restricted items, illegally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bootleg
γ΄ ενικό πρόσωπο
bootlegs
ενεστώτα μετοχή
bootlegging
απλός αόριστος
bootlegged
παθητική μετοχή
bootlegged
Παραδείγματα
He bootlegged whiskey in a hidden still during Prohibition.
Αυτός παράγει παράνομα ουίσκι σε ένα κρυφό αποστακτήριο κατά τη διάρκεια της Ποτοαπαγόρευσης.
Bootleg
01
άνω μέρος της μπότας, καπάκι της μπότας
the upper part of a boot extending above the instep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bootlegs
Παραδείγματα
The bootleg was stiff and reinforced.
Το πάνω μέρος της μπότας ήταν άκαμπτο και ενισχυμένο.
02
λαθραίο ποτό, παράνομο ουίσκι
whiskey or other alcoholic beverage illegally distilled or sold
Παραδείγματα
During Prohibition, the police raided a bootleg operation.
Κατά την Απαγόρευση, η αστυνομία έκανε επιδρομή σε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου αλκοόλ.
bootleg
01
πειρατικό, παράνομο
made, distributed, or sold in violation of the law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Bootleg recordings of the concert were circulating online.
Οι bootleg ηχογραφήσεις της συναυλίας κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο.



























