Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go out of business
01
βάζω λουκέτο, κλείνω την επιχείρηση
to cease to exist as a functional company or business due to financial challenges or difficulties
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The bookstore went out of business after years of falling sales.
Το βιβλιοπωλείο έβαλε λουκέτο μετά από χρόνια πτώσης στις πωλήσεις.



























