Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Simien fox
01
αλεπού Σιμιέν, τσακάλι Σιμιέν
* a canine native to the Ethiopian Highlands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Simien foxes
LanGeek



























