Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Safety visor
01
προστατευτική προσωπίδα, οθόνη προστασίας προσώπου
* a heat-reflecting or wire screen that provides protection to the face
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
safety visors
LanGeek



























