Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Portable cassette player
01
φορητός κασετόφωνος, walkman κασετών
*** a machine that is used for listening to cassettes and sometimes also for recording them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
portable cassette players



























