Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alveolar duct
01
αλβεολικός αγωγός, σωλήνας αλβεόλων
a small airway in the lungs that connects respiratory bronchioles to alveolar sacs, facilitating the exchange of oxygen and carbon dioxide in the alveoli
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alveolar ducts



























